Ο δρόμος για το Final Four της EuroLeague 2025 ξεκινά και το Stiqima είναι – όπως πάντα – στην πρώτη γραμμή της δράσης! Με απόλυτη προσήλωση στη διοργάνωση, παρακολουθούμε στενά κάθε ματς, αναλύουμε τα δεδομένα και σας προσφέρουμε προγνωστικά για όλα τα ζευγάρια των playoffs.
Τα ζευγάρια των playoffs:
- Oλυμπιακός – Ρεάλ Μαδρίτης
- Φενέρμπαχτσε – Παρί
- Παναθηναϊκός – Αναντολού Εφές
- Μονακό – Μπαρτσελόνα
Οι διασταυρώσεις στο Final Four:
- Ολυμπιακός / Ρεάλ Μαδρίτης – Μονακό / Μπαρτσελόνα
- Φενέρμπαχτσε / Παρί – Παναθηναϊκός / Αναντολου Εφές
Φενέρμπαχτσε – Παρί
Η Φενέρμπαχτσε και η Παρί συναντήθηκαν δύο φορές μέσα στον Μάρτιο, λόγω της αλλαγής στο πρόγραμμα — η πρώτη τους αναμέτρηση είχε αναβληθεί από τον Δεκέμβριο. Και στις δύο φορές, η Φενέρ επικράτησε, αλλά με συνολική διαφορά μόλις πέντε πόντων.
Η Παρί, αντίθετα, είχε υποστεί δύο ήττες από τη Ρεάλ Μαδρίτης — την ίδια ομάδα που κατάφερε τελικά να κερδίσει εκτός έδρας στο Play-In για να φτάσει ως εδώ. Κι όμως, σε εκείνα τα ματς με τη Φενέρμπαχτσε, η Παρί κατάφερε να βρει ρυθμό στην επίθεση. Το πρόβλημα ήταν πως, παρότι ήταν παραγωγική, δεν μπόρεσε να τελειώσει τη δουλειά.
Η ομάδα της Παρί παραμένει μια από τις πιο δύσκολες για να τις μαρκάρεις. Παίζει όπως καμία άλλη στην ιστορία της EuroLeague με pick-and-roll και στηρίζεται πολύ σε καταστάσεις ένας εναντίον ενός και επιθέσεις από σκριν με την μπάλα. Η Φενέρμπαχτσε από την άλλη έχει βασιστεί πολύ στην επιθετική της δύναμη για να αναρριχηθεί στη βαθμολογία, παρά τα προβλήματα που είχε κατά διαστήματα στο αμυντικό παιχνίδι πάνω στην μπάλα.
Ακόμα κι αν η Παρί ήταν εντυπωσιακή στα pick-and-roll φέτος, το αν θα καταφέρει να περιορίσει τη Φενέρ στο παιχνίδι δύο παικτών — και να μην ανοίξει την άμυνά της — θα είναι, μάλλον, καθοριστικό για τη σειρά.
Στην πιο πρόσφατη νίκη της Φενέρ στα τέλη Μαρτίου, ο Γκούντουριτς και ο ΜακΚόλουμ σημείωσαν μαζί 43 πόντους και οδήγησαν την ομάδα τους σε επική ανατροπή 13 πόντων στην τέταρτη περίοδο, κερδίζοντας τελικά με μόλις έναν πόντο.
Σε εκείνα τα δύο ματς με την Παρί, η Φενέρμπαχτσε κατάφερε να σκοράρει κατά μέσο όρο 25,5 πόντους από πάσες μέσα από pick-and-roll καταστάσεις — σχεδόν διπλάσιους από τον μέσο όρο της χρονιάς, που ήταν 14,9.
Αμυντικά, η Φενέρ είναι μοναδική. Καμία άλλη ομάδα δεν περιορίζει τόσο αποτελεσματικά το τρίποντο όσο εκείνη. Κι όταν από την άλλη πλευρά της επίθεσης σουτάρει με 41% σε καταστάσεις catch-and-shoot, ανατρέπει κάθε στατιστική λογική και κάνει τα πράγματα πολύ δύσκολα για οποιονδήποτε αντίπαλο.
Παναθηναϊκός – Αναντολού Εφές
Καμία άλλη σειρά στα προημιτελικά της EuroLeague δεν είχε πιο ακραία αντίθεση στα μεταξύ τους παιχνίδια μέσα στη σεζόν απ’ αυτή ανάμεσα στον Παναθηναϊκό και την Εφές. Στην πρώτη τους συνάντηση, ο Παναθηναϊκός γνώρισε τη χειρότερη επιθετική του εμφάνιση, χάνοντας με 26 πόντους στην Κωνσταντινούπολη — και μάλιστα χωρίς τον Κέντρικ Ναν στο παρκέ. Όταν όμως ήρθε η ρεβάνς, τα πράγματα αντιστράφηκαν πλήρως: ο Ναν επέστρεψε, πέτυχε 36 πόντους και ο Παναθηναϊκός πήρε τη νίκη με 15 πόντους διαφορά, πραγματοποιώντας μία από τις κορυφαίες εμφανίσεις του για φέτος.
Αυτές οι δύο ομάδες πάντως δεν είναι απλά ποιοτικές — είναι και οι πιο «καυτές» τη δεδομένη στιγμή στη διοργάνωση. Ο Παναθηναϊκός μετράει 8 νίκες στα τελευταία 10 παιχνίδια και εξασφάλισε το πλεονέκτημα έδρας. Από την άλλη, η Εφές έχει κάνει εντυπωσιακό φίνις με 8 συνεχόμενες νίκες, και η τελευταία φορά που ηττήθηκε ήταν ακριβώς σε εκείνο το ματς με το «τριφύλλι» στο ΟΑΚΑ, στις αρχές Φεβρουαρίου.
Εντυπωσιακό είναι ότι και οι δύο ομάδες έχουν σκοράρει 1,13 πόντους ανά κατοχή στο διάστημα αυτής της φόρμας. Σε μια σεζόν που οι επιθέσεις στην EuroLeague έχουν φτάσει σε ιστορικά επίπεδα απόδοσης — με τον Παναθηναϊκό να ηγείται συνολικά με 1,07 πόντους ανά κατοχή — ΠΑΟ και Εφές δείχνουν πως έχουν ανεβάσει ταχύτητα ακριβώς τη σωστή στιγμή.
Το μεγάλο ερώτημα όμως παραμένει: ποιος θα παραμείνει «καυτός» στη σειρά; Ο Elijah Bryant; Ο Shane Larkin; Ο Kendrick Nunn; Ή ο αρχηγός Κώστας Σλούκας; Όποιος από αυτούς βρει ρυθμό πρώτος, μπορεί να κρίνει και τη σειρά, αφού και οι δύο άμυνες έχουν μπροστά τους ένα εξαιρετικά δύσκολο έργο.
Μονακό – Μπαρτσελόνα
Η Μπαρτσελόνα έχει το πάνω χέρι απέναντι στη Μονακό, καθώς τη νίκησε και στις δύο μεταξύ τους αναμετρήσεις μέσα στη σεζόν. Με δυνατό ξεκίνημα και μεγάλη ευστοχία από την περιφέρεια, κατάφερε να χτίσει προβάδισμα από νωρίς — και δεν το έχασε ποτέ. Παράλληλα, έβγαλε ένταση στην άμυνα, περιορίζοντας τη δημιουργία της Μονακό και κρατώντας την εκτός ρυθμού.
Κι όμως, η Μονακό δεν είναι εύκολος αντίπαλος. Όπως και η Μπάρτσα, είναι μία από τις πέντε ομάδες φέτος στην EuroLeague που κράτησαν τους αντιπάλους τους κάτω από 1 πόντο ανά κατοχή. Η άμυνα είναι σήμα κατατεθέν και για τις δύο.
Το μεγάλο ερωτηματικό στη σειρά είναι το αν και πώς θα καταφέρει η Μονακό να βρει ρυθμό. Στα ματς με την Μπαρτσελόνα έδειχνε μπλοκαρισμένη, χωρίς να μπει ποτέ πραγματικά στο παιχνίδι. Σημείωσε μόλις 20 πόντους σε καταστάσεις spot-up — σχεδόν τα μισά απ’ όσα πετυχαίνει κατά μέσο όρο στη σεζόν.
Και οι δύο βασικοί της γκαρντ, ο Elie Okobo και ο Jordan Loyd, δεν βρέθηκαν σε καλή μέρα. Σκόραραν μόλις 0,76 πόντους ανά κατοχή, όταν κατά τη διάρκεια της χρονιάς κυμαίνονταν στο 1,08 — μια σημαντική διαφορά για μια ομάδα που στηρίζεται τόσο στην ευστοχία τους.
Η Μονακό είναι από τις ομάδες που βασίζονται πολύ στο pick-and-roll και στο ένας εναντίον ενός, πιο πολύ απ’ οποιαδήποτε άλλη στην πρόσφατη ιστορία της διοργάνωσης. Το πώς θα εμφανιστούν οι γκαρντ της στα playoffs — αν θα επανέλθουν στις γνωστές υψηλές επιδόσεις τους — είναι σίγουρα ένα από τα πιο σημαντικά στοιχεία που θα καθορίσουν τη σειρά.
Η προσθήκη του Ντάνιελ Τάις, πάντως, αναμένεται να ενισχύσει σημαντικά τη Μονακό, τόσο αμυντικά όσο και δημιουργικά. Ίσως είναι το στοιχείο που της έλειπε για να ισορροπήσει τα δεδομένα απέναντι στην πολύ δυνατή Μπαρτσελόνα.
Oλυμπιακός – Ρεάλ Μαδρίτης
Ο Ολυμπιακός έχει το ψυχολογικό προβάδισμα απέναντι στη Ρεάλ Μαδρίτης, αφού τη νίκησε και στα δύο φετινά παιχνίδια τους με 10 πόντους διαφορά. Βέβαια, έχουν να συναντηθούν από τον Ιανουάριο, όταν οι «ερυθρόλευκοι» έβαλαν τέλος στο νικηφόρο σερί έξι αγώνων της Ρεάλ.
Από τότε, όμως, τα πράγματα άλλαξαν. Η Ρεάλ έκλεισε τη σεζόν με 7 νίκες στα τελευταία 8 παιχνίδια και παίζει, ίσως, το καλύτερό της μπάσκετ αυτή τη στιγμή. Ωστόσο, έχει πολλά να αποδείξει απέναντι σε έναν Ολυμπιακό που της έκανε μεγάλη ζημιά μέσα από τα pick-and-roll στα προηγούμενα ματς.
Οι Πειραιώτες έφτασαν τους 41 πόντους ανά παιχνίδι μέσα από ball screens, με τους Φουρνιέ και Γουόκαπ να κάνουν εξαιρετική δουλειά στην οργάνωση και την εκτέλεση. Την ίδια στιγμή, περιόρισαν τη Ρεάλ στους 26,5 πόντους από pick-and-roll — περίπου 10 λιγότερους από τον φετινό της μέσο όρο.
Αν και οι Μαδριλένοι έτρεξαν καλά στο ανοιχτό γήπεδο, δυσκολεύτηκαν έντονα στο σετ παιχνίδι. Κι αυτό είναι σημαντικό, αφού η Ρεάλ, στα τελευταία 8 παιχνίδια της, ανέβασε την παραγωγικότητά της στο μισό γήπεδο στους 1,03 πόντους ανά κατοχή — ενώ πριν από αυτό το διάστημα ήταν μόλις στο 0,96.
Το «κλειδί» ήταν η καλύτερη αξιοποίηση των Ταβάρες και Γκαρούμπα, που έδωσαν λύσεις κοντά στο καλάθι και βοήθησαν την ομάδα να μην εξαρτάται τόσο από το – συχνά ασταθές – τρίποντο.
Το μεγάλο ερώτημα τώρα είναι αν αυτή η επιθετική βελτίωση μπορεί να μεταφραστεί και απέναντι σε έναν Ολυμπιακό που παραμένει εξαιρετικά σκληρός στην άμυνα, ειδικά στο ΣΕΦ. Με τον Σάσα Βεζένκοφ να ηγείται, οι «ερυθρόλευκοι» είναι μια ομάδα που δύσκολα λυγίζει όταν παίζει μπροστά στο κοινό της.